Διαπυητική Ιδρωταδενίτιδα

Η διαπυητική ιδρωταδενίτιδα (ΔΙ) είναι μια συχνή, χρόνια, υποτροπιάζουσα φλεγμονώδης νόσος των τριχικών θυλάκων, που παρουσιάζεται με επώδυνες, φλεγμονώδεις βλάβες των μεγάλων πτυχών του σώματος. Προσβάλλονται κυρίως οι μασχαλιαίες και οι πτυχές της μηρογεννητικής και πρωκτογεννητικής χώρας. Η ΔΙ αποτελεί πρόκληση όσον αφορά στη θεραπευτική αντιμετώπισή της. Ενώ έχουν προταθεί πολλές θεραπευτικές επιλογές, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί καθολικώς αποδεκτή αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση. Η νόσος συχνά μπορεί να είναι ανθεκτική σε πολλαπλές φαρμακευτικές και χειρουργικές θεραπείες και πάντα υπάρχει η πιθανότητα υποτροπής. Στο συγκεκριμένο άρθρο, παρουσιάζουμε μια ανασκόπηση των συστηματικών φαρμακευτικών θεραπειών για τη ΔΙ, όπως τα αντιβιοτικά, τα ρετινοειδή, η ορμονική θεραπεία, η δαψόνη, η κολχικίνη, ο ψευδάργυρος και οι βιολογικοί παράγοντες.

Η διαπυητική ιδρωταδενίτιδα (ΔΙ) είναι μια χρόνια, υποτροπιάζουσα αποστηματική και ινωτική  φλεγμονώδης νόσος του δέρματος που μπορεί να καταλήγει σε ουλές. Εντοπίζεται κυρίως στις πτυχές του σώματος (περίνεο, βουβωνική περιοχή και μασχάλες), περιοχές πλούσιες σε αποκρινείς ιδρωτοποιούς αδένες και η βαρύτητά της ποικίλλει. Η νόσος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο χειρουργό Alfred Velpeau το 1839, όταν παρατήρησε την παρουσία αποστημάτων σε ασυνήθεις θέσεις, όπως η μασχαλιαία, η γεννητική και η περιπρωκτική περιοχή, όμως πρώτος ο Verneuil συνέδεσε αιτιολογικά την εμφάνισή τους με τους αποκρινείς αδένες. Το 1955, οι Shelley και Cahn κατόρθωσαν να αναπαράγουν πειραματικά τη νόσο.3

Η ΔΙ αφορά και τα δύο φύλα, συχνότερα όμως τις γυναίκες (γυναίκες : άνδρες 3:1). Η εμφάνισή της προ της εφηβείας είναι σπάνια, ενώ η υψηλότερη επίπτωσή της είναι τη 2η ή 3η δεκαετία της ζωής. Με επιπολασμό 1% του γενικού πληθυσμού είναι μια σχετικά συχνή πάθηση, ιδιαίτερα στις χώρες της κεντρικής και της βόρειας Ευρώπης.